Μέχρι πρόσφατα φαινόταν ότι στο ερώτημα «Τι να κάνω σε περίπτωση δυσβίωσης;» η προφανής απάντηση ήταν η σύσταση να ληφθεί ένα προβιοτικό, ώστε τα προβιοτικά βακτήριά του να αποκαταστήσουν την ισορροπία της εντερικής μας μικροβιότας. Ακουγόταν λογικό, αλλά! Οι σύγχρονες έρευνες έδειξαν ότι το ανθρώπινο μικροβίωμα είναι αυστηρά ατομικό και μοναδικό. Ο καθένας από εμάς διαθέτει τη δική του, διαμορφωμένη με την πάροδο του χρόνου σύνθεση μικροοργανισμών, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μικροβιακή προσωπική ταυτότητα». Ακόμη και οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι αναπτύσσουν διαφορετικό μικροβίωμα. Το μικροβίωμα είναι ένα πολύπλοκο και ισορροπημένο οικοσύστημα, το οποίο βρίσκεται σε στενή αλληλεπίδραση με τον οργανισμό μας και το περιβάλλον και παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στη διατήρηση της υγείας του σώματός μας όσο και στην αποκατάστασή της. Και φυσικά προέκυψαν ερωτήματα. Μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύμπλεγμα προβιοτικών βακτηρίων κατάλληλο για όλους; Θα επιτρέψουν τα δικά μας βακτήρια τη συνύπαρξη με τα λαμβανόμενα «ξένα» προβιοτικά βακτήρια; Δεν θα αντιδράσει το ανοσοποιητικό σύστημα στα «ξένα» για τον οργανισμό μας προβιοτικά βακτήρια που λαμβάνονται; Θα βρουν τα λαμβανόμενα προβιοτικά βακτήρια ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξή τους στο γαστρεντερικό μας σύστημα; Και αν οι απαντήσεις είναι αρνητικές, τότε τι; Ναι, πράγματι οι απαντήσεις είναι αρνητικές. Όμως, όταν υπάρχουν απαντήσεις στα ερωτήματα, είναι θέμα χρόνου η επιστήμη να επιλύσει τα προβλήματα που προκύπτουν. Και αυτά έχουν ήδη επιλυθεί.
Και λοιπόν!
Γιατί λαμβάνουμε προβιοτικά;
Για να φτάσουν τα προβιοτικά τους βακτήρια στο έντερό μας και να ξεκινήσουν εκεί ωφέλιμη δραστηριότητα – την παραγωγή βιολογικά ενεργών ουσιών, που ονομάζονται μεταβολίτες, απαραίτητων τόσο για τη δική τους ευεξία όσο και για την ευεξία του οργανισμού συνολικά.
Ακριβώς μέσω αυτών των μεταβολιτών, τα βακτήρια διατηρούν την ισορροπία της εντερικής μικροβιότας, καταστέλλουν την ανάπτυξη παθογόνων, απενεργοποιούν τοξίνες και αλλεργιογόνα, υποστηρίζουν τη διαδικασία της πέψης και διεγείρουν το ανοσοποιητικό σύστημα.
Μετά τη λήψη ενός προβιοτικού, η διαδικασία παραγωγής μεταβολιτών μπορεί να ξεκινήσει μετά από περίπου 8–12 ώρες.
Αλλά!
Υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Πρώτον, τα προβιοτικά βακτήρια πρέπει να φτάσουν στο έντερο και μάλιστα σε επαρκή ποσότητα. Αυτό όμως δεν συμβαίνει πάντα, διότι πρέπει να ξεπεράσουν πολλά εμπόδια, εξελικτικά δημιουργημένα για την καταπολέμηση των «ξένων» μικροοργανισμών, όπως το σάλιο, το γαστρικό οξύ και η χολή. Ένα πολύ μεγάλο μέρος τους δεν θα τα καταφέρει και θα καταστραφεί.
Δεύτερον, όσα φτάσουν στο έντερο πρέπει να βρουν εκεί τις απαραίτητες συνθήκες για αποικισμό και τα κατάλληλα θρεπτικά συστατικά για την ανάπτυξή τους. Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο, επειδή στο έντερο υπάρχουν διάφορα ένζυμα, βακτηριοσίνες και κάθε είδους αντιμικροβιακές ουσίες, σχεδιασμένες για την καταστροφή «ξένων» βακτηρίων. Δηλαδή, πολλά από αυτά επίσης θα καταστραφούν. Επιπλέον, η κατανάλωση τροφίμων με νιτρικά, φυτοφάρμακα και αντιβιοτικά, καθώς και η λήψη διαφόρων φαρμάκων, θα καταστείλουν την ανάπτυξη όσων απομείνουν. Και, επιπλέον, δεν τρεφόμαστε πάντα με τροφές κατάλληλες για τα βακτήρια.
Τρίτον, τα προβιοτικά βακτήρια που, παρά τα πάντα, θα παραμείνουν, πρέπει να είναι βιοσυμβατά με τον οργανισμό που τα λαμβάνει, ώστε να συνυπάρξουν μαζί του. Όμως τα λαμβανόμενα προβιοτικά βακτήρια είναι «ξένα» για τον οργανισμό που τα δέχεται, όπως και τα βακτήρια που προσλαμβάνονται με την τροφή, και είναι βιοασύμβατα με το τοπικό ανοσοποιητικό σύστημα και τη «γηγενή» μικροβιότα. Ως αποτέλεσμα, εμφανίζεται η συνήθης απόρριψή τους, όπως σε μεταμόσχευση οργάνων και ιστών, και αποβάλλονται παροδικά από τον οργανισμό με φυσικό τρόπο. Διέρχονται παροδικά από το έντερο, συνήθως μέσα σε 1–2 ημέρες.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: για το σύντομο χρονικό διάστημα παραμονής τους στο εντερικό σύστημα, καθώς και λόγω των ακατάλληλων συνθηκών για την ανάπτυξή τους, τα προβιοτικά παράγουν μικρή ποσότητα μεταβολιτών, οι οποίοι δεν μπορούν να ασκήσουν την απαραίτητη επίδραση για την ευεξία της ίδιας της μικροβιότας και του μακροοργανισμού συνολικά.
ΑΝ ΟΧΙ ΠΡΟΒΙΟΤΙΚΑ, ΤΟΤΕ ΤΙ;
Στη θέση των ΠΡΟβιοτικών έρχεται μια νέα γενιά προβιοτικών προϊόντων, τα λεγόμενα ΜΕΤΑβιοτικά.
Τα μεταβιοτικά είναι ακριβώς εκείνες οι βιολογικά ενεργές ουσίες (μεταβολίτες) που παράγονται από τα προβιοτικά βακτήρια και είναι απαραίτητες για την ευεξία του οργανισμού. Η διαφορά είναι ότι παράγονται εκτός του σώματος, σε περιβάλλον που περιέχει όλα τα απαραίτητα θρεπτικά και άλλα συστατικά για την ανάπτυξη των προβιοτικών βακτηρίων και υπό ιδανικές συνθήκες, χωρίς σύγκρουση με τη «φυσική» μικροβιότα και το ανοσοποιητικό σύστημα, χωρίς μάχη με το γαστρικό οξύ, τα διάφορα ένζυμα, τις βακτηριοσίνες και κάθε είδους αντιμικροβιακές ουσίες.
Τα μεταβιοτικά δεν περιέχουν ζωντανούς μικροοργανισμούς, αλλά μόνο τους μεταβολίτες που εκκρίνονται, ζυμώνονται και συντίθενται από αυτούς και/ή τα λυσάματά τους και τα δομικά τους στοιχεία.
Πολλοί πιστεύουν ότι η «νέα γενιά προϊόντων» σημαίνει απλώς μια ελαφρώς βελτιωμένη εκδοχή των προηγούμενων – ένα διαφημιστικό τέχνασμα για υψηλότερη τιμή. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν ισχύει.
Τα μεταβιοτικά δεν είναι απλώς νέα, αλλά μια καινοτόμος γενιά προβιοτικών σκευασμάτων, ριζικά διαφορετική από τα προβιοτικά. Συνδυάζουν όλα τα πλεονεκτήματα των προβιοτικών, χωρίς κανένα από τα μειονεκτήματά τους.
Με τη λήψη μεταβιοτικού, ο οργανισμός λαμβάνει έτοιμους όλους τους μεταβολίτες που, υπό ιδανικές συνθήκες, θα παρήγαγαν τα δικά του προβιοτικά βακτήρια.
Το μεταβιοτικό δεν χρειάζεται ευνοϊκές συνθήκες στο γαστρεντερικό σωλήνα, ούτε συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά, ούτε βιοσυμβατότητα με το τοπικό ανοσοποιητικό σύστημα. Δεν επηρεάζεται από το γαστρικό οξύ, τα διάφορα ένζυμα, τις βακτηριοσίνες και τις αντιμικροβιακές ουσίες στο έντερο. Ακόμη περισσότερο, δεν επηρεάζεται ούτε από τα αντιβιοτικά ούτε από άλλα φάρμακα.
Με τη λήψη μεταβιοτικού διατηρείται η ισορροπία της εντερικής μικροβιότα, αναστέλλεται η ανάπτυξη παθογόνων μικροοργανισμών, υποστηρίζεται η διαδικασία της πέψης, απενεργοποιούνται τοξίνες και αλλεργιογόνα, ενισχύεται το ανοσοποιητικό σύστημα και βελτιώνεται η γενική κατάσταση του οργανισμού.
Το μεταβιοτικό είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό σε ιογενείς λοιμώξεις και κατά τη λήψη αντιβιοτικών, καθώς και σε διάφορα γαστρεντερολογικά, δερματολογικά και ανοσολογικά προβλήματα.
ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ!
Τα μεταβιοτικά μπορεί να είναι φυσικά, δηλαδή να περιέχουν τα φυσικά βιοδραστικά συστατικά που παράγονται από βακτηριακά στελέχη, και συνθετικά, τα οποία περιέχουν συνθετικά ανάλογα ή αντίγραφα των φυσικών βιοδραστικών ουσιών.
Τα συνθετικά μεταβιοτικά, κατά κανόνα, περιέχουν ανάλογα ή αντίγραφα μόνο ενός πολύ μικρού μέρους των φυσικά παραγόμενων μεταβολιτών. Συνήθως προσφέρονται σε ξηρή μορφή – σε κάψουλες ή δισκία. Δεν μπορούν να αποτελέσουν άξιο ισοδύναμο των φυσικών μεταβιοτικών. Είναι σαν το τεχνητό μέλι: και η όψη, και το χρώμα, και η γεύση είναι ίδιες, αλλά κάτι λείπει – απουσιάζουν τα πολλά φυσικά συστατικά.
Τα φυσικά μεταβιοτικά διακρίνονται σε υγρά και ξηρά. Τα ξηρά είναι συνήθως καψουλωμένα ή δισκιοποιημένα. Τα υγρά είναι προτιμότερα, διότι κατά τη διαδικασία της ξήρανσης χάνονται πολλές από τις βιοδραστικές ουσίες. Επιπλέον, τα υγρά απορροφώνται ευκολότερα από τον οργανισμό.
